Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα RFID. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα RFID. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

4 Αυγούστου 2009

Bokodes

 
Οι γραμμωτοί κώδικες (barcodes), οι χαρακτηριστικές ασπρόμαυρες αναγνωριστικές ετικέτες, βρίσκονται πια πάνω σε κάθε συσκευασία προϊόντος, όμως ήδη Αμερικανοί ερευνητές ετοιμάζουν τους αντικαταστάτες τους, που θα ονομάζονται bokodes. 

  Οι νέες ετικέτες θα μπορούν να αποθηκεύουν χιλιάδες φορές περισσότερες πληροφορίες και να "διαβάζονται" ακόμα και από μια κοινή ψηφιακή κάμερα ενός οποιουδήποτε κινητού τηλεφώνου. Πολύ μικρότερες σε μέγεθος, θα είναι μια μικροσκοπική κουκίδα διαμέτρου μόλις 3 χιλιοστών (όσο το σύμβολο @ σε ένα πληκτρολόγιο) και, μεταξύ άλλων, θα μπορούν να περιέχουν πληροφορίες για τα συστατικά διαφόρων τροφίμων, σύμφωνα με το BBC.  

Η νέα τεχνολογία θα επιδειχτεί για πρώτη φορά δημοσίως την επόμενη εβδομάδα, στη διεθνή ετήσια έκθεση Siggraph στη Νέα Ορελάνη των ΗΠΑ. Σύμφωνα με τον δρα Ανκίτ Μοχάν, του Media Lab του πανεπιστημίου ΜΙΤ, έναν από τους υπεύθυνους ερευνητές, μαζί με τον καθηγητή Ραμές Ρασκάρ, "η τεχνολογία θα δημιουργήσει ένα νέο τρόπο αναγνώρισης των προϊόντων με ετικέτες".  

Το bokode συνίσταται σε μια δίοδο ως πηγή φωτός (LED), που καλύπτεται από μια μικροσκοπική μάσκα κι ένα φακό. Οι πληροφορίες κωδικοποιούνται στο φως που λάμπει μέσω της μάσκας και το οποίο διαφέρει σε φωτεινότητα ανάλογα με τη γωνία που το βλέπει κανείς. Οι δημιουργοί του πιστεύουν ότι το νέο σύστημα έχει πολλά πλεονεκτήματα σε σχέση με το τωρινό, πανταχού παρόν, barcode καθώς οι ετικέτες του είναι μικρότερες, μπορεί να διαβαστεί από πολλές διαφορετικές γωνίες, ακόμα και από απόσταση τεσσάρων μέτρων, από την κάμερα ενός κινητού, ενώ θεωρητικά η απόσταση μπορεί να αυξηθεί μέχρι τα 20 μέτρα!

Οι νέες ετικέτες, σύμφωνα με τους ερευνητές, μπορούν να χρησιμοποιηθούν τόσο σε εργοστάσια όσο και σε καταστήματα λιανικής. Σε ένα σούπερ-μάρκετ, για παράδειγμα, ο καταναλωτής θα μπορεί, χωρίς καν να πλησιάζει κοντά στο ράφι, να "ρωτά" με το κινητό του ένα προϊόν ("φωτογραφίζοντας" με την κάμερά του την ετικέτα bokode) σχετικά με τις διάφορες ουσίες που περιέχει το προϊόν, πληροφορίες που θα είναι αποθηκευμένες στη νέα "ευρύχωρη" ετικέτα. Όμως, θα μπορούσε η ετικέτα να χρησιμοποιηθεί επίσης στο μάρκετινγκ, καθώς θα μπορούσε να περιέχει διάφορα μηνύματα προς τον υποψήφιο αγοραστή (π.χ. "είμαι ένα ευρώ φθηνότερο, συμφέρω!"), που ο τελευταίος θα τα βλέπει στο κινητό του αν "σημαδεύει" την ετικέτα του προϊόντος. Κάτι τέτοιο ακόμα θα μπορούσε να διευκολύνει τη σύγκριση των προϊόντων σε ένα ράφι, ανάλογα με την τιμή και τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά τους.  

Ακόμα και σε μια βιβλιοθήκη ή ένα βιβλιοπωλείο θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν οι νέες ετικέτες, βοηθώντας τον αναγνώστη να βγάλει άκρη με το περιεχόμενο των βιβλίων σε ένα ράφι, χωρίς να χρειαστεί να τα κατεβάσει όλα για να τα φυλλομετρήσει. Αρκεί μια φωτογραφία με το κινητό του, για να καταλάβει κανείς που βρίσκεται αυτό που ψάχνει. Επιπλέον οι ιδιοκτήτες καταστημάτων, εστιατορίων κλπ. θα μπορούν να βάζουν τέτοιες ετικέτες έξω από την πόρτα τους, ώστε να πληροφορούν τους διερχόμενους τι να περιμένουν αν μπουν μέσα (π.χ. τι περιλαμβάνει το σημερινό μενού).

Οι νέες ετικέτες -που μπορουν να συνυπάρξουν με τα παραδοσιακά barcodes- είναι προς το παρόν σχετικά ακριβές (περίπου 5 δολάρια η μια για να παραχθούν). Όμως οι δημιουργοί της πιστεύουν ότι η τεχνολογία μπορεί να εξελιχθεί και το κόστος της να μειωθεί δραστικά στο μέλλον (ελπίζουν να μην κοστίζει πάνω από πέντε λεπτά η μια). Μέχρι σήμερα κι άλλες τεχνολογίες έχουν προβληθεί ως διάδοχοι των κλασικών γραμμωτών κωδικών, κυρίως οι ετικέτες ραδιοσυχνοτήτων (RFID). 

Αν και χρησιμοποιούνται σε πολλές εφαρμογές, όπως σε βιβλία βιβλιοθηκών, διαβατήρια κλπ., δεν έχουν καταφέρει - ακόμα τουλάχιστον- να στείλουν στο χρονοντούλαπο της ιστορίας τα barcodes. Πάντως, ίσως δεν είναι τυχαίο ότι η έρευνα του πανεπιστημίου ΜΙΤ στην τεχνολογία Bokode ενισχύθηκε χρηματικά από τις εταιρίες Nokia και Samsung.
σχετικό video εδώ 

πηγή: pathfinder news

8 Ιουνίου 2008

Η Τεχνολογία RFID και η Εφαρμογή της στις Βιβλιοθήκες: ΙΙ. RFID & Βιβλιοθήκες




Τα συστήματα RFID έκαναν την εμφάνιση τους στις βιβλιοθήκες προς το τέλος της δεκαετίας του 1990. Συγκεκριμένα οι πρώτες εφαρμογές της τεχνολογίας RFID παρουσιάστηκαν τόσο σε πανεπιστημιακές βιβλιοθήκες της Αμερικής, όσο και σε δημοτικές. Πρωτοπόροι της συγκεκριμένης υιοθέτησης ήταν η πανεπιστημιακή βιβλιοθήκη του «Rockefeller» στην Νέα Υόρκη το 1999 και η δημοτική βιβλιοθήκη «Farmington Community Library» στο Μίσιγκαν την ίδια χρονιά. Η εμφάνιση αυτή χαρακτηρίστηκε από την αντικατάσταση των ήδη υπαρχόντων ηλεκτρομαγνητικών και bar code συστημάτων. Υπολογίζεται ότι μέχρι το τέλος του 2004 είχαν ενσωματωθεί ετικέτες RFID σε 35.000.000 τεκμήρια βιβλιοθηκών σε όλο τον κόσμο.
Είναι γεγονός ότι οι νέες τεχνολογίες επηρεάζουν καταλυτικά τον τρόπο λειτουργίας της βιβλιοθήκης στην ποιότητα των υπηρεσιών και στην αποδοτικότητα των λειτουργιών της. Συγκεκριμένα με τα συστήματα RFID επιτυγχάνεται η ομαλή εργονομική λειτουργία της βιβλιοθήκης, η εύρεση διαχειριστικών λύσεων τόσο για τη μείωση του κόστους όσο και για τη διαχείριση ροής του υλικού.
Τo RFID μπορεί να διαχειριστεί δύο βασικές υπηρεσίες των βιβλιοθηκών. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί στη διαδικασία κυκλοφορίας του υλικού, καθώς επίσης και ως αντικλεπτικό σύστημα. Συγκεκριμένα λειτουργεί ως σύστημα εντοπισμού, καθιστώντας ευκολότερη και γρηγορότερη τη διαδικασία χρέωσης και επιστροφής των τεκμηρίων, ελέγχοντας με ακρίβεια την διαχείριση του υλικού.

Τα συστατικά μέρη του RFID συστήματος για τις βιβλιοθήκες

Όπως έχει αναφερθεί και σε προηγούμενο άρθρο μας ένα σύστημα RFID περιλαμβάνει δύο κύρια συστατικά τις ετικέτες RFID και τους αναγνώστες. Ένα επιπλέον σημαντικό συστατικό είναι και ο διακομιστής (Server) του πληροφοριακού συστήματος της βιβλιοθήκης.
Τα συστήματα RFID στις βιβλιοθήκες έχουν ως κεντρικό σημείο τις ετικέτες. Ο τύπος των ετικετών που χρησιμοποιούνται για τα τεκμήρια των βιβλιοθηκών είναι οι «έξυπνες» ετικέτες (Smart Labels). Οι «έξυπνες» ετικέτες δεδομένου της μορφής που παρουσιάζουν, τοποθετούνται μέσα στο βιβλίο, στο περιοδικό ή κατευθείαν πάνω στο CD, στις βιντεοκασέτες και σε οποιοδήποτε άλλο τεκμήριο είναι δυνατόν να χρησιμοποιούν οι βιβλιοθήκες.
Από διάφορες μελέτες που έχουν πραγματοποιηθεί σχετικά με τα συστήματα RFID και την υλοποίηση τους στις βιβλιοθήκες έχουν διαπιστωθεί τα εξής σχετικά με τις ετικέτες:
Σε ότι έχει να κάνει σχέση με τις ετικέτες RFID και την επικοινωνία τους με τους αναγνώστες. Η καλύτερη επιλογή είναι οι παθητικές ετικέτες, δεδομένου των μικρών μεγεθών τους, την διάρκεια ζωής τους, και της χαμηλή τιμή τους.
Το ολοκληρωμένο κύκλωμα στις ετικέτες πρέπει να είναι “read/write”, δεδομένου ότι παρουσιάζει μεγαλύτερη ευελιξία, καθώς έχει τη δυνατότητα τροποποίησης και προσθήκης πληροφοριών.
Η μνήμη του ολοκληρωμένου κυκλώματος των ετικετών πρέπει να είναι στα 896 MHz, δεδομένου ότι οι πληροφορίες που ενσωματώνονται στις ετικέτες είναι το bar code και σε κάποιες περιπτώσεις και με πιο ποικίλες πληροφορίες, όπως η θέση του τεκμηρίου στη βιβλιοθήκη, ημερομηνίες δανεισμού, τίτλος, συγγραφέας κ.ά.
Η βασική λειτουργία των αναγνωστών στις βιβλιοθήκες διαδραματίζεται ως εξής: όταν οι ετικέτες έρθουν σε επαφή με το πεδίο των ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων που αποστέλλονται από τους αναγνώστες, οι πληροφορίες αποθηκεύονται στο τσιπ τους. Τα δεδομένα του τσιπ ερμηνεύονται – αποκωδικοποιούνται από τους αισθητήρες και αποστέλλονται στο διακομιστή. Αυτός με τη σειρά του επικοινωνεί με το «ολοκληρωμένο σύστημα» της βιβλιοθήκης, όπου και ενσωματώνει τις πληροφορίες.
Τα συστήματα RFID στις βιβλιοθήκες χρησιμοποιούν δύο είδη αναγνωστών. Ο πρώτος τύπος διαβάζει τις πληροφορίες από την ετικέτα. Έπειτα, όπως προαναφέρθηκε, τις διαβιβάζει στο διακομιστή. Ο διακομιστής είναι επιφορτωμένος με τη λειτουργία της ενεργοποίησης του συναγερμού, σε περίπτωση που τα εντοπιζόμενα τεκμήρια δεν έχουν χρεωθεί σωστά. Ο δεύτερος τύπος αναγνωστών στηρίζεται σε ένα “byte theft”, το οποίο είναι αποθηκευμένο στην ετικέτα. Σκοπός του είναι να προσδιορίζει - εντοπίζει αν το τεκμήριο είναι δανεισμένο ή όχι, χωρίς να χρειάζεται να επικοινωνήσει με το διακομιστή.
Οι RFID αναγνώστες μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε μια βιβλιοθήκη, στα ακόλουθα τμήματα:

Στον σταθμός μετατροπής (Conversion station): όπου οι πληροφορίες της βιβλιοθήκης γράφονται στις ετικέτες RFID.
Στον πάγκο δανεισμού (Staff workstation at circulation): όπου πραγματοποιείται η διαδικασία του δανεισμού.
Στο αυτόματο σύστημα χρέωσης τεκμηρίων (Self check-out station) το οποίο χρησιμοποιείται για τη χρέωση των τεκμηρίων από τους ίδιους χρήστες της βιβλιοθήκης χωρίς την παρέμβαση του προσωπικού της.
Στο αυτόματο σύστημα επιστροφής τεκμηρίων (Self check-in station): το οποίο χρησιμοποιείται για την επιστροφή των τεκμηρίων από τους ίδιους χρήστες της βιβλιοθήκης χωρίς την παρέμβαση του προσωπικού της.
Στον αισθητήρα εξόδου της βιβλιοθήκης (Exit sensors): όπου ελέγχεται, αν η έξοδος, από το χώρο της βιβλιοθήκης, όλων των τεκμηρίων γίνεται σύμφωνα με τους κανόνες κυκλοφορίας υλικού του ιδρύματος, δηλαδή αν έχουν χρεωθεί σωστά, αν όντως είναι υλικό που μπορεί να απομακρυνθεί από τη βιβλιοθήκη κ.ά.
Στο Μηχάνημα Επιστροφής Βιβλίων (Book drop reader): όπου γίνεται η αυτόματη επιστροφή των τεκμηρίων και η ενεργοποίηση, εκ νέου του αντικλεπτικού συστήματος.
Στο Διαλογέα και Μεταφορέα (Sorter and conveyor): το οποίο λειτουργεί ως αυτόματο σύστημα επιστροφής των τεκμηρίων σε συγκεκριμένο σημείο της βιβλιοθήκης.
Στο φορητό αισθητήρα (Hand-held reader): που χρησιμοποιείται για την καταγραφή και την επαλήθευση της σωστής τοποθέτησης - ταξιθέτησης των τεκμηρίων στο ράφι.


Ο διακομιστής είναι η πύλη επικοινωνίας μεταξύ των διάφορων τμημάτων του συστήματος. Λαμβάνει τις πληροφορίες από έναν ή περισσότερους αναγνώστες και τις ανταλλάσσει με τη βάση δεδομένων της κυκλοφορίας υλικού. Το λογισμικό του περιλαμβάνει SIP/SIP2 (Session Initiation Protocol), APIs (Applications Programming Interface) NCIP (National Circulation Interchange Protocol. Οι περισσότεροι προμηθευτές λογισμικού για τις βιβλιοθήκες προσφέρουν συγκεκριμένα interface για χρήση των συστημάτων RFID, καθώς επίσης και επιπρόσθετες λειτουργίες όπως στατιστικές πληροφορίες.

Τα οπτικά RFID συστήματα περιλαμβάνουν τρία συστατικά:
Τους εκτυπωτές RFID ετικετών
Το φορητό αισθητήρα
Το σύστημα εξωτερικής επιστροφής βιβλίων


Οι εκτυπωτές ετικετών χρησιμοποιούνται για την εκτύπωση ετικετών (bar code, logo βιβλιοθήκης κ.ά.). Παράλληλα με τη διαδικασία της εκτύπωσης, οι πληροφορίες εισάγονται αυτόματα μέσα στο τσιπ των ετικετών. Οι ετικέτες είναι ειδικά φορμαρισμένες ώστε να ενσωματώσουν τις πληροφορίες αυτές και να ενσωματωθούν με την σειρά τους μέσα στα τεκμήρια.
Ο φορητός αισθητήρας μπορεί να κινηθεί κατά μήκος των τεκμηρίων στα ράφια χωρίς να τα αγγίξει. Οι πληροφορίες, που διαβάζει πηγαίνουν σε μια μονάδα συγκέντρωσης – αποθήκευσης. Από κει μπορούν αργότερα να γίνουν “download” από το διακομιστή. Υπάρχει όμως και η δυνατότητα να πάνε απευθείας από τη μονάδα συγκέντρωσης στο διακομιστή. Η λειτουργία αυτή γίνεται εφικτή με την χρήση της ασύρματης τεχνολογίας.
Ο φορητός αισθητήρας καλύπτει τρεις βασικές ανάγκες της εκάστοτε βιβλιοθήκης:
Αναζητεί βιβλία τα οποία λείπουν
Αναζητεί βιβλία ύστερα από αίτηση
Προβάλλει το σύνολο της συλλογής στα ράφια, να ώστε συμβάλει αποτελεσματικά στην διαδικασία της καταγραφής των τεκμηρίων.


Με τα συστήματα RFID oι βιβλιοθήκες μπορούν να παρέχουν χρήσιμες υπηρεσίες οι οποίες διευκολύνουν τους χρήστες. Μια από αυτές τις υπηρεσίες είναι η δυνατότητα επιστροφής τεκμηρίων όταν η βιβλιοθήκη είναι κλειστή. Αυτό επιτυγχάνεται με ένα ειδικό σύστημα, «το μηχάνημα εξωτερικής επιστροφής βιβλίων». Πρόκειται για ένα ενσωματωμένο στον τοίχο μηχάνημα (παρόμοιο με τα ATM μηχανήματα των τραπεζών), το οποίο έχει ένα άνοιγμα υποδοχής – τοποθέτησης των τεκμηρίων και ένα τσιπ αισθητήρα. Ο τρόπος λειτουργίας του είναι όμοιος με τον τρόπο λειτουργίας του «αυτόματου συστήματος επιστροφής βιβλίων», που βρίσκεται μέσα στον χώρο της βιβλιοθήκης. Οι χρήστες προσδιορίζουν τα προσωπικά τους στοιχεία (αν απαιτείται από τη βιβλιοθήκη) και βάζουν στο ειδικό άνοιγμα τα τεκμήρια. Όταν ολοκληρωθεί η επιστροφή οι χρήστες παραλαμβάνουν μια απόδειξη η οποία τους δείχνει πόσα, πότε και ποια βιβλία επέστρεψαν.

Κριτήρια ποιότητας του συστήματος RFID στις βιβλιοθήκες

Η επιλογή ενός συστήματος RFID από μια βιβλιοθήκη γίνεται ύστερα από προσεκτική μελέτη των αναγκών του ιδρύματος και το σαφή καθορισμό των απαιτήσεων του από το συγκεκριμένο σύστημα. Προϊόν της διαδικασίας αυτής αποτελεί και η σύνταξη μιας σειράς κριτηρίων που το σύστημα πρέπει να πληροί. Τα σημαντικότερα από αυτά τα κριτήρια είναι: η αξιοπιστία του συστήματος και η ευχρηστία των λειτουργιών του.


Αξιοπιστία
Οι αισθητήρες RFID είναι ιδιαίτερα αξιόπιστοι. Διάφοροι προμηθευτές ισχυρίζονται ότι το ποσοστό ανίχνευσης είναι το μέγιστο (100%). Μερικά συστήματα διαθέτουν μια διεπαφή μεταξύ των εξόδων των αισθητήριων και του λογισμικού κυκλοφορίας υλικού για να προσδιορίσουν τις πληροφορίες που διακινούνται μέσα στις βιβλιοθήκες. Με αποτέλεσμα, όταν κάποιος χρήστης απομακρυνθεί από το χώρο της βιβλιοθήκης με υλικό της, χωρίς να έχει ακολουθήσει την καθιερωμένη διαδικασία κυκλοφορίας υλικού και χωρίς να εντοπιστεί από το προσωπικό, η βιβλιοθήκη να έχει την δυνατότητα να εντοπίσει κάποια στιγμή με ακρίβεια ποιο βιβλίο λείπει. Σε περίπτωση που ο χρήστης - δράστης διέθετε κάρτα βιβλιοθήκης με ετικέτα RFID και την μέρα της απομάκρυνσης του τεκμηρίου την είχε μαζί του, το σύστημα είναι σε θέση να καθορίσει ποιος είναι.
Κάποια άλλα συστήματα κωδικοποιούν την θέση κυκλοφορίας των ετικετών RFID. Αυτό γίνεται ενεργοποιώντας το “byte theft”. Αν τα τεκμήρια δεν έχουν χρεωθεί σωστά, καθώς ο χρήστης περνάει την έξοδο, ο συναγερμός ενεργοποιείται.


Ευχρηστία
Κύριο επιχείρημα των σημερινών βιβλιοθηκών για την υιοθέτηση των συστημάτων RFID είναι η ανάγκη για βελτίωση των παρεχόμενων υπηρεσιών, η εξοικονόμηση χρόνου και η μείωση του κόστους λειτουργίας τους. Η αυτοματοποίηση και η αυτοεξυπηρέτηση μπορούν να βοηθήσουν τις βιβλιοθήκες να πετύχουν αυτούς τους στόχους. Η τεχνολογία του RFID μπορεί επίσης, να συμβάλει στην βελτίωση της κυκλοφορίας του υλικού, άρα και στην αναβάθμιση των υπηρεσιών, των άμεσα σχετιζόμενων με το χρήστη καθώς και στην καταγραφή των τεκμηρίων.
Η χρήση RFID μειώνει το χρονικό διάστημα που απαιτείται για την εκτέλεση της διαδικασίας της κυκλοφορίας υλικού. Αυτή η τεχνολογία βοηθάει τους βιβλιοθηκονόμους, ώστε να περιορίζουν το χρόνο που δαπανούν στη λειτουργία του δανεισμού, δίνοντας τους τη δυνατότητα να ασχοληθούν με πιο παραγωγικές και νευραλγικές υπηρεσίες. Επίσης, εξασφαλίζει στους χρήστες αύξηση της ταχύτητας της διαδικασίας της κυκλοφορίας υλικού, δηλαδή εξοικονόμηση χρόνου.
Επιπλέον αξίζει να αναφερθεί ότι, οι χρήστες των βιβλιοθηκών χρησιμοποιούν και έξυπνες κάρτες «smart cards». Οι έξυπνες κάρτες προσδιορίζουν το χρήστη ως προς τη χρέωση και την επιστροφή των τεκμηρίων, αλλά μπορούν να χρησιμοποιηθούν και ως ένα είδος «πιστωτικής» κάρτας.

Αυτή η λειτουργία παρέχει λοιπόν, στον χρήστη τη δυνατότητα να προπληρώσει ένα χρηματικό ποσό στη βιβλιοθήκη, εξασφαλίζοντας πρόσβαση σε άλλες διαδικασίες - υπηρεσίες της βιβλιοθήκης, π.χ. φωτοτυπίες, εκτυπώσεις, καθυστερήσεις, διαδανεισμό τεκμηρίων, ελεύθερη χρήση βάσεων δεδομένων κ.ά.
Αναφορικά με την καταγραφή των τεκμηρίων, η χρήση του συστήματος RFID παρέχει τη δυνατότητα στο προσωπικό της βιβλιοθήκης να καταγράφει το σύνολο της συλλογής των τεκμηρίων σε τακτά χρονικά διαστήματα, με ακρίβεια και συντομία. Γεγονός που το διευκολύνει, αποτελεί εχέγγυο για την ποιότητα της δουλείας του και του εξασφαλίζει ελεύθερο χρόνο, ώστε να διοχετεύσει την ενεργητικότητα του σε άλλες υπηρεσίες, απαλλάσσοντας το από εργασίες ρουτίνας. Με τον τρόπο αυτό η βιβλιοθήκη επιτυγχάνει εξοικονόμηση οικονομικών πόρων και βελτίωση των υπηρεσιών της.


Τέλος, στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημανθεί, ότι η χρήση της τεχνολογία RFID προϋποθέτει ή συνεπάγεται την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων και καθιστά τον άνθρωπο πομπό των προσωπικών του δεδομένων.
Οι βιβλιοθήκες από την πλευρά τους, μέσω των οργανώσεων τους διαβεβαιώνουν ότι όπως και στο παρελθόν έτσι και στο παρόν θα φροντίσουν να διαφυλάξουν τους χρήστες τους. Αυτή η δήλωση όμως περικλείει ένα ηθικό δίλημμα. Από τη μια πλευρά βρίσκεται η τεχνολογία με τις διευκολύνσεις που μπορεί να προσφέρει, εδώ συγκεκριμένα το σύστημα RFID και από την άλλη η προστασία των χρηστών. Οι βιβλιοθήκες πρεσβεύουν ότι μπορεί να υπάρξει η χρυσή τομή. Επικαλούνται την ευσυνειδησία του προσωπικού τους, το διαρκώς αναθεωρούμενο νομικό πλαίσιο που παρακολουθεί τις εξελίξεις πάνω στο συγκεκριμένο πρόβλημα καθώς και την ίδια την τεχνολογία, που πολλές φορές έχει δώσει η ίδια τις λύσεις σε προβλήματα που προκάλεσε.
Τώρα βρισκόμαστε στο σημείο όπου συζητούνται και κατασκευάζονται πρότυπα ειδικά για εφαρμογές στο χώρο των βιβλιοθηκών. Προσαρμόζονται οι κώδικες δεοντολογίας στις ιδιαιτερότητες της τεχνολογίας RFID και εκδίδονται αποφάσεις, οδηγίες, νόμοι που αφορούν την συλλογή, επεξεργασία και διάθεση των προσωπικών δεδομένων.
Οι βιβλιοθήκες από παράδοση είχαν ιδιαίτερη ευαισθησία στην προστασία των προσωπικών δεδομένων των χρηστών τους και τώρα μπορούν λόγω θέσης να συμβάλλουν στην ανάπτυξη των μηχανισμών αυτών τεχνικών και οργανωτικών που ενισχύουν αποτελεσματικά την προστασία των φυσικών προσώπων.


Επιλεγμένη Βιβλιογραφία:

Ayre, Loin Bower. Possision Paper: RFID and libraries. 2004.

BIBLIOTHECA. RFID Library Systems AG.
Boss, Richard W. RFID Technology for Libraries.

Erwin Emmet. Radio frequency identification in Libraries Australas Public Libr Inf Serv 18 no1 Mr 2005.
Ken Young. Using RFID tags to track library books could increase security and ease laborious stocktakes. The Cuardian Nov. 11 2004.
Lindquist, Mats. RFID in Libraries – introduction to the issues. Worlld Library and Information Congress: 69th IFLA General Conference and Council. 1-9 August 2003, Berlin.

Molnar David and Wagner David. Privacy and security in library RFID issues, practice, and architectures.
Mousavidin Elham. RFID Technology: An Update. ISRC Technology Briefing Series.

Rafiq Muhammad, Radio Frequency Identification (RFID): Its Usage and Libraries.

Ross Seamus, Martin Donnelly and Milena Dobreva, New technologies for the cultural and scientific heritage sector: DigiCULT technology watch report 1, February 2003, σελ. 76. Shahid Syed Md. Use of technology in libraries: a new approach to circulation, tracking, inventory, and security of library materials. Library Philosophy and practice Vol.8, No.1.

Singh Jay, Brar Navjit and Fong Carmen, The State of RFID application in Libraries, Inf Technol Libr 25 no1 Mr 2006.

31 Μαΐου 2008

Η Τεχνολογία RFID και η Εφαρμογή της στις Βιβλιοθήκες: Ι. Η τεχνολογία RFID



Τα συστήματα RFID αποτελούν ένα υποσύνολο των Συστημάτων Αυτόματου Προσδιορισμού (Automatic Identification System - Auto-ID systems).
Ο όρος RFID προέρχεται από το ακρωνύμιο Radio Frequency Identification,η απόδοση του στα ελληνικά ορίζεται ως η «ταυτοποίηση μέσω ραδιοσυχνοτήτων». Ειδικότερα λειτουργεί ως γενικός όρος των τεχνολογιών που χρησιμοποιούν ραδιοκύματα για να προσδιορίσουν αυτόματα ανθρώπους ή αντικείμενα και αποτελεί την τεχνολογική εξέλιξη των γραμμικών κωδίκων (barcodes).

Η τεχνολογία RFID είναι γνωστή εδώ και 50 χρόνια. Χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από την πολεμική αεροπορία της Αγγλίας κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου, για την αναγνώριση και τη διάκριση των εχθρικών από τα φιλικά αεροπλάνα. Κατά τη διάρκεια των επόμενων δεκαετιών, άρχισε να εδραιώνεται η χρήση και εκμετάλλευσή της. Αρχικά, σε πειραματικό στάδιο και σε εργαστηριακό επίπεδο, για να φτάσουμε στο σήμερα, όπου γίνεται λόγος για εφαρμογή της τεχνολογίας RFID στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων, κυρίως μέσω του εμπορίου. Παράλληλα αναπτύσσεται το ενδεχόμενο της ευρείας εφαρμογής του, με την καθιέρωση προτύπων και την λειτουργία της σε παγκόσμιο επίπεδο.
Τα συστήματα RFID απαρτίζονται από δύο κύρια μέρη. Το πρώτο είναι οι πομποδέκτες (transponders) που συχνά αναφέρονται και ως ετικέτες RFID (RFID tags). Οι ετικέτες RFID είναι μικρά chips που αποτελούνται από ένα ολοκληρωμένο κύκλωμα, το οποίο περιλαμβάνει μνήμη ώστε να αποθηκεύει δεδομένα- πληροφορίες, και μία κεραία. Το μέγεθός τους μπορεί να είναι τόσο μικρό όσο το μισό ενός κόκκου άμμου (1/3 του χιλιοστού), ανάλογα με το τύπο τις ετικέτας. Το δεύτερο μέρος είναι οι αναγνώστες ή αισθητήρες (readers), οι οποίοι ανακτούν τα δεδομένα από τις ετικέτες RFID. Οι αναγνώστες RFΙD έχουν ενσωματωμένα μια κεραία και μια μονάδα ελέγχου.
Η λειτουργία των συστημάτων RFID είναι απλή και βασίζεται στη δυναμική και αμφίδρομη επικοινωνία των ετικετών και των αναγνωστών. Όταν οι ετικέτες RFID βρεθούν στην εμβέλεια της κεραίας του αναγνώστη, η μονάδα ελέγχου επικοινωνεί με ραδιοκύματα με την κεραία των ετικετών RFID. Οι ετικέτες RFID ενεργοποιούνται με τη σειρά τους και επιστρέφουν τα αναζητούμενα δεδομένα στους αναγνώστες. Στη συνέχεια παρεμβαίνει ένα ενδιάμεσο λογισμικό, το οποίο κατανοεί τις πληροφορίες, οι οποίες αποστέλλονται από τη μονάδα ελέγχου του αναγνώστη. Ο αναγνώστης τις μεταφέρει στο εκάστοτε πληροφοριακό σύστημα.
Μπορούμε να κατηγοριοποιήσουμε τις ετικέτες RFID σε τρεις τύπους ανάλογα με τον τρόπο επικοινωνίας μεταξύ των ετικετών και των αναγνωστών:

·Οι ενεργές ετικέτες
·Οι παθητικές ετικέτες
·Οι ημι-παθητικές ετικέτες

Οι ενεργές ετικέτες διαθέτουν έναν πομπό και τη δική τους πηγή ενέργειας (συνήθως μια μπαταρία). Η πηγή ενέργειας θέτει σε λειτουργία το ολοκληρωμένο κύκλωμα, καθώς επίσης, και τη μετάδοση του σήματος στον αναγνώστη. Οι ετικέτες αυτές καθιστούν εφικτή, συνήθως τη δυνατότητα ταυτοποίησης των προϊόντων, που απαιτούν μεγάλες αποστάσεις (π.χ. φορτία με εμπορεύματα, αυτοκίνητα που μεταφέρονται από φορτηγά κ.ά.). Οι συχνότητες των ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων, οι οποίες χρησιμοποιούνται κατά τη διάρκεια της επικοινωνίας μεταξύ ετικετών RFID και των αναγνωστών, μπορούν να βρίσκονται στις ζώνες των 455 MHz, 2.45 GHz, ή 5.8 GHz. Η ακτίνα επικοινωνίας μεταξύ τους είναι από 20 έως 100 μέτρα.
Οι παθητικές ετικέτες δεν περιέχουν πομπό και δεν διαθέτουν δική τους πηγή ενέργειας. Τροφοδοτούνται από τον αναγνώστη, ο οποίος εκπέμπει ηλεκτρομαγνητικά κύματα που με τη βοήθεια της κεραίας του ολοκληρωμένου κυκλώματος μετατρέπονται σε ηλεκτρισμό και το ενεργοποιούν. Οι συχνότητες των ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων κατά τη διάρκεια της επικοινωνίας μεταξύ ετικετών RFID και των αναγνωστών στις παθητικές ετικέτες, μπορούν να βρίσκονται στις ζώνες της χαμηλής συχνότητας (low frequency) 124 kΗz, 155 kΗz ή 135 kΗz, στις ζώνες της υψηλής συχνότητας (high frequency) 13,56 MHz και στις πολύ υψηλής συχνότητας (ultra-high frequency) από 860 MHz έως 960 MHz και 2.45 GHz. Η ακτίνα επικοινωνίας μεταξύ τους είναι: για τις χαμηλές συχνότητες 30 εκατοστά, για τις υψηλές συχνότητες 1 μέτρο και για τις πολύ υψηλές συχνότητες 3 έως 5 μέτρα.
Οι ημι-παθητικές ετικέτες διαθέτουν και αυτές τη δική τους πηγή ενέργειας (συνήθως μια μπαταρία). Ωστόσο η διαφορά τους παρουσιάζεται στο ότι η πηγή ενέργειας θέτει σε λειτουργία το ολοκληρωμένο κύκλωμα και όχι τη μετάδοση του σήματος στον αναγνώστη, από όπου και απορροφούν ενέργεια.
Οι ενεργές και ημι-παθητικές ετικέτες χρησιμοποιούνται κυρίως για την ταυτοποίηση και την ανίχνευση αγαθών υψηλής αξίας και δεδομένου των επιπρόσθετων λειτουργιών που αναφέρθηκαν παραπάνω, επιτυγχάνουν μεγαλύτερη ακρίβεια από τις παθητικές, οι οποίες είναι πιο συνηθισμένες και χρησιμοποιούνται σε προϊόντα χαμηλής αξίας. Μια άλλη διαφοροποίηση των ενεργών και ημι-παθητικών ετικετών σε σχέση με τις παθητικές ετικέτες είναι ο χρόνος ζωής τους. Οι ενεργές και ημι-παθητικές ετικέτες έχουν περιορισμένο χρόνο ζωής, δεδομένου της πρόσθετης πηγής ενέργειας (μπαταρίας). Σε αντίθεση οι παθητικές ετικέτες έχουν χρόνο ζωής, απεριόριστο.
Το ολοκληρωμένο κύκλωμα στις ετικέτες RFID μπορεί να περιέχει:

·Μνήμη μόνο για ανάγνωση (read only memory - ROM),
·Επανεγγράψιμη μνήμη (Read – Write)
·Μνήμη μιας εγγραφής και πολλών αναγνώσεων (Write Once and Read
Many memory - WORM).

Στο ολοκληρωμένο κύκλωμα με μνήμη ROM, η αναγνώριση της ταυτότητας κωδικοποιείται κατά τη διάρκεια της παραγωγής της και δεν επανεγγράφεται. Συμβάλει στην αποθήκευση των δεδομένων ασφαλείας, με ένα μοναδικό σειριακό αριθμό. Αντίθετα, τα ολοκληρωμένα κύκλωμα με επανεγγράψιμη μνήμη χρησιμοποιούνται για να αποθηκεύουν δεδομένα – πληροφορίες, όταν η ετικέτα βρίσκεται στην ακτίνα του αναγνώστη και παρουσιάζουν μεγαλύτερη ευελιξία, καθώς έχουν τη δυνατότητα τροποποίησης και προσθήκης πληροφοριών. Τέλος, τα ολοκληρωμένα κυκλώματα με μνήμη “WORM” προγραμματίζονται από τον οργανισμό που τα χρησιμοποιεί, χωρίς όμως να έχουν τη δυνατότητα της επανεγγράφης.

Τα δεδομένα που αποθηκεύονται στις ετικέτες αποτελούνται από ένα μοναδικό αναγνωριστικό και μπορούν, επίσης, να περιλαμβάνούν:

·Ένα λειτουργικό σύστημα
·Μία αποθήκη δεδομένων (πτητική ή όχι)
·Έναν ηλεκτρονικό κώδικα προϊόντων (Electronic Product Code - EPC )

Το μέγεθος των δεδομένων, που μια ετικέτα RFID έχει την δυνατότητα να υποθηκεύσει, καθορίζεται από τον εκάστοτε προμηθευτή αλλά και την ίδια την εφαρμογή, με ανώτερο όριο αποθήκευσης τα 2KB. Χωρητικότητα αρκετή για να αποθηκευτούν τα απαραίτητα δεδομένα του κάθε αντικειμένου.
Μια άλλη σημαντική κατηγοριοποίηση που μπορούμε να διακρίνουμε στις ετικέτες RFID σχετίζεται με την κατασκευή και την εφαρμογή τους. Δεδομένου ότι τα συστήματα RFID έχουν εφαρμογή σε διάφορούς τομείς στην καθημερινή ζωή του σύγχρονου ανθρώπου, η κατασκευή των ετικετών RFID αλλάζει ανάλογα με τις εφαρμογές και τις ανάγκες που χρειάζεται κάθε φορά, να καλύψει. Ενδεικτικά χρησιμοποιούνται:

·Έξυπνες ετικέτες (Smart Labels). Πρόκειται για το ευρύτερα διαδεδομένο είδος ετικέτας. Οι έξυπνες ετικέτες είναι χάρτινες ή πλαστικές και εκτυπώνονται από ειδικούς εκτυπωτές, οι οποίοι αναλαμβάνουν την εκτύπωσή του γραμμωτού κώδικα, του ολοκληρωμένου κυκλώματος και της κεραίας με μεταξοτυπία, καθώς επίσης τον προγραμματισμό τους.
·Δίσκος (Disk). Πρόκειται για μια στρογγυλή θερμοπλαστικά ετικέτα η οποία είναι ανθεκτική στις διάφορες θερμοκρασίες (ενδεικτικά -40 έως 100ο C), αλλά σε διάφορες αντίξοες συνθήκες (π.χ. χτυπήματα σε παλέτες). Συνήθως, έχουν οπές στο κέντρο τους και στερεώνονται με βίδες πάνω στις παλέτες. Οι μικρότερες εκ αυτών ράβονται ως κουμπιά σε πουκάμισα και ρούχα.
·Γυάλινοι σωλήνες (gluss tubes). Πρόκειται για συσκευές πολύ μικρές σε μέγεθος (ενδεικτικά 30mm) οι οποίες τοποθετούνται σε ανθρώπους ή ζώα για εντοπισμό ή ταυτοποίηση. κ.ά.
Οι αναγνώστες RFID, όπως έχει ήδη αναφερθεί παραπάνω, αποτελούνται από μία κεραία, η οποία αναλαμβάνει την επικοινωνία, μέσω ραδιοσυχνοτήτων, με τις ετικέτες. Καθώς και μία μονάδα ελέγχου, που εκτελεί δύο συγκεκριμένα έργα. Πρωτίστως τον καθορισμό των διάφορων ενεργειών (αποστολή/ λήψη σημάτων, ανάγνωση/ εγγραφή ετικετών κ.ά.). Ενέργεια που πραγματοποιείται μέσω του ενδιάμεσου λογισμικού. Και δευτερευόντως την επικοινωνία με το πληροφοριακό σύστημα.

Οι αναγνώστες RFID μπορούν να κατηγοριοποιηθούν σε σχέση με τις φυσικές τους διαστάσεις, την εφαρμογή τους και τις τεχνικές ιδιότητες σε:

·Σταθερούς Αναγνώστες
·Ολοκληρωμένους Αναγνώστες
·Αναγνώστες Χειρός
·Ενσωματωμένους Αναγνώστες




Ενδεικτική Βιβλιογραφία

Auto-id Center. What is Automatic Identification?
Apurva Jain and Theodore Klastorin. RFID: Management’s latest headache or miracle cure?” E-business Review. E-business Review, (Fall 2004) σελ. 3 επ.

Brito Jerry. Relax don’ t do it: why RFID privacy concerns are exaggerated and legislation is premature.
Floerkemeier Christian and Lampe Matthias. RFID middleware design - addressing application requirements and RFID constraint.
IBM Global Services. RFID tags – an intelligent bar code replacement.

Landt J. (2001). Shrouds of Time, The history of RFID. Aimglobal Publication

Mousavidin Elham. RFID Technology: An Update. ISRC Technology Briefing Series

RFID Journal

RFID Gazette
Roberts C.M. (2006). Radio Frequency identification (RFID). Computers and security 25, p. 18-26

Shahid Syed Md. Use of technology in libraries: a new approach to circulation, tracking, inventory, and security of library materials. Library Philosophy and practice Vol.8, No.1.

Zebra Technology. RFID: the next generation of AIDC: application white paper.

Γιάγλης Γεώργιος (2006). Επισκόπηση τεχνολογίας ραδιοσυχνικής αναγνώρισης (RFID)

Πρόγραμμα Δικτυωθείτε. 13 απαντήσεις αποκωδικοποιούν τον όρο RFID