31 Μαΐου 2008

Η Τεχνολογία RFID και η Εφαρμογή της στις Βιβλιοθήκες: Ι. Η τεχνολογία RFID



Τα συστήματα RFID αποτελούν ένα υποσύνολο των Συστημάτων Αυτόματου Προσδιορισμού (Automatic Identification System - Auto-ID systems).
Ο όρος RFID προέρχεται από το ακρωνύμιο Radio Frequency Identification,η απόδοση του στα ελληνικά ορίζεται ως η «ταυτοποίηση μέσω ραδιοσυχνοτήτων». Ειδικότερα λειτουργεί ως γενικός όρος των τεχνολογιών που χρησιμοποιούν ραδιοκύματα για να προσδιορίσουν αυτόματα ανθρώπους ή αντικείμενα και αποτελεί την τεχνολογική εξέλιξη των γραμμικών κωδίκων (barcodes).

Η τεχνολογία RFID είναι γνωστή εδώ και 50 χρόνια. Χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από την πολεμική αεροπορία της Αγγλίας κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου, για την αναγνώριση και τη διάκριση των εχθρικών από τα φιλικά αεροπλάνα. Κατά τη διάρκεια των επόμενων δεκαετιών, άρχισε να εδραιώνεται η χρήση και εκμετάλλευσή της. Αρχικά, σε πειραματικό στάδιο και σε εργαστηριακό επίπεδο, για να φτάσουμε στο σήμερα, όπου γίνεται λόγος για εφαρμογή της τεχνολογίας RFID στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων, κυρίως μέσω του εμπορίου. Παράλληλα αναπτύσσεται το ενδεχόμενο της ευρείας εφαρμογής του, με την καθιέρωση προτύπων και την λειτουργία της σε παγκόσμιο επίπεδο.
Τα συστήματα RFID απαρτίζονται από δύο κύρια μέρη. Το πρώτο είναι οι πομποδέκτες (transponders) που συχνά αναφέρονται και ως ετικέτες RFID (RFID tags). Οι ετικέτες RFID είναι μικρά chips που αποτελούνται από ένα ολοκληρωμένο κύκλωμα, το οποίο περιλαμβάνει μνήμη ώστε να αποθηκεύει δεδομένα- πληροφορίες, και μία κεραία. Το μέγεθός τους μπορεί να είναι τόσο μικρό όσο το μισό ενός κόκκου άμμου (1/3 του χιλιοστού), ανάλογα με το τύπο τις ετικέτας. Το δεύτερο μέρος είναι οι αναγνώστες ή αισθητήρες (readers), οι οποίοι ανακτούν τα δεδομένα από τις ετικέτες RFID. Οι αναγνώστες RFΙD έχουν ενσωματωμένα μια κεραία και μια μονάδα ελέγχου.
Η λειτουργία των συστημάτων RFID είναι απλή και βασίζεται στη δυναμική και αμφίδρομη επικοινωνία των ετικετών και των αναγνωστών. Όταν οι ετικέτες RFID βρεθούν στην εμβέλεια της κεραίας του αναγνώστη, η μονάδα ελέγχου επικοινωνεί με ραδιοκύματα με την κεραία των ετικετών RFID. Οι ετικέτες RFID ενεργοποιούνται με τη σειρά τους και επιστρέφουν τα αναζητούμενα δεδομένα στους αναγνώστες. Στη συνέχεια παρεμβαίνει ένα ενδιάμεσο λογισμικό, το οποίο κατανοεί τις πληροφορίες, οι οποίες αποστέλλονται από τη μονάδα ελέγχου του αναγνώστη. Ο αναγνώστης τις μεταφέρει στο εκάστοτε πληροφοριακό σύστημα.
Μπορούμε να κατηγοριοποιήσουμε τις ετικέτες RFID σε τρεις τύπους ανάλογα με τον τρόπο επικοινωνίας μεταξύ των ετικετών και των αναγνωστών:

·Οι ενεργές ετικέτες
·Οι παθητικές ετικέτες
·Οι ημι-παθητικές ετικέτες

Οι ενεργές ετικέτες διαθέτουν έναν πομπό και τη δική τους πηγή ενέργειας (συνήθως μια μπαταρία). Η πηγή ενέργειας θέτει σε λειτουργία το ολοκληρωμένο κύκλωμα, καθώς επίσης, και τη μετάδοση του σήματος στον αναγνώστη. Οι ετικέτες αυτές καθιστούν εφικτή, συνήθως τη δυνατότητα ταυτοποίησης των προϊόντων, που απαιτούν μεγάλες αποστάσεις (π.χ. φορτία με εμπορεύματα, αυτοκίνητα που μεταφέρονται από φορτηγά κ.ά.). Οι συχνότητες των ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων, οι οποίες χρησιμοποιούνται κατά τη διάρκεια της επικοινωνίας μεταξύ ετικετών RFID και των αναγνωστών, μπορούν να βρίσκονται στις ζώνες των 455 MHz, 2.45 GHz, ή 5.8 GHz. Η ακτίνα επικοινωνίας μεταξύ τους είναι από 20 έως 100 μέτρα.
Οι παθητικές ετικέτες δεν περιέχουν πομπό και δεν διαθέτουν δική τους πηγή ενέργειας. Τροφοδοτούνται από τον αναγνώστη, ο οποίος εκπέμπει ηλεκτρομαγνητικά κύματα που με τη βοήθεια της κεραίας του ολοκληρωμένου κυκλώματος μετατρέπονται σε ηλεκτρισμό και το ενεργοποιούν. Οι συχνότητες των ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων κατά τη διάρκεια της επικοινωνίας μεταξύ ετικετών RFID και των αναγνωστών στις παθητικές ετικέτες, μπορούν να βρίσκονται στις ζώνες της χαμηλής συχνότητας (low frequency) 124 kΗz, 155 kΗz ή 135 kΗz, στις ζώνες της υψηλής συχνότητας (high frequency) 13,56 MHz και στις πολύ υψηλής συχνότητας (ultra-high frequency) από 860 MHz έως 960 MHz και 2.45 GHz. Η ακτίνα επικοινωνίας μεταξύ τους είναι: για τις χαμηλές συχνότητες 30 εκατοστά, για τις υψηλές συχνότητες 1 μέτρο και για τις πολύ υψηλές συχνότητες 3 έως 5 μέτρα.
Οι ημι-παθητικές ετικέτες διαθέτουν και αυτές τη δική τους πηγή ενέργειας (συνήθως μια μπαταρία). Ωστόσο η διαφορά τους παρουσιάζεται στο ότι η πηγή ενέργειας θέτει σε λειτουργία το ολοκληρωμένο κύκλωμα και όχι τη μετάδοση του σήματος στον αναγνώστη, από όπου και απορροφούν ενέργεια.
Οι ενεργές και ημι-παθητικές ετικέτες χρησιμοποιούνται κυρίως για την ταυτοποίηση και την ανίχνευση αγαθών υψηλής αξίας και δεδομένου των επιπρόσθετων λειτουργιών που αναφέρθηκαν παραπάνω, επιτυγχάνουν μεγαλύτερη ακρίβεια από τις παθητικές, οι οποίες είναι πιο συνηθισμένες και χρησιμοποιούνται σε προϊόντα χαμηλής αξίας. Μια άλλη διαφοροποίηση των ενεργών και ημι-παθητικών ετικετών σε σχέση με τις παθητικές ετικέτες είναι ο χρόνος ζωής τους. Οι ενεργές και ημι-παθητικές ετικέτες έχουν περιορισμένο χρόνο ζωής, δεδομένου της πρόσθετης πηγής ενέργειας (μπαταρίας). Σε αντίθεση οι παθητικές ετικέτες έχουν χρόνο ζωής, απεριόριστο.
Το ολοκληρωμένο κύκλωμα στις ετικέτες RFID μπορεί να περιέχει:

·Μνήμη μόνο για ανάγνωση (read only memory - ROM),
·Επανεγγράψιμη μνήμη (Read – Write)
·Μνήμη μιας εγγραφής και πολλών αναγνώσεων (Write Once and Read
Many memory - WORM).

Στο ολοκληρωμένο κύκλωμα με μνήμη ROM, η αναγνώριση της ταυτότητας κωδικοποιείται κατά τη διάρκεια της παραγωγής της και δεν επανεγγράφεται. Συμβάλει στην αποθήκευση των δεδομένων ασφαλείας, με ένα μοναδικό σειριακό αριθμό. Αντίθετα, τα ολοκληρωμένα κύκλωμα με επανεγγράψιμη μνήμη χρησιμοποιούνται για να αποθηκεύουν δεδομένα – πληροφορίες, όταν η ετικέτα βρίσκεται στην ακτίνα του αναγνώστη και παρουσιάζουν μεγαλύτερη ευελιξία, καθώς έχουν τη δυνατότητα τροποποίησης και προσθήκης πληροφοριών. Τέλος, τα ολοκληρωμένα κυκλώματα με μνήμη “WORM” προγραμματίζονται από τον οργανισμό που τα χρησιμοποιεί, χωρίς όμως να έχουν τη δυνατότητα της επανεγγράφης.

Τα δεδομένα που αποθηκεύονται στις ετικέτες αποτελούνται από ένα μοναδικό αναγνωριστικό και μπορούν, επίσης, να περιλαμβάνούν:

·Ένα λειτουργικό σύστημα
·Μία αποθήκη δεδομένων (πτητική ή όχι)
·Έναν ηλεκτρονικό κώδικα προϊόντων (Electronic Product Code - EPC )

Το μέγεθος των δεδομένων, που μια ετικέτα RFID έχει την δυνατότητα να υποθηκεύσει, καθορίζεται από τον εκάστοτε προμηθευτή αλλά και την ίδια την εφαρμογή, με ανώτερο όριο αποθήκευσης τα 2KB. Χωρητικότητα αρκετή για να αποθηκευτούν τα απαραίτητα δεδομένα του κάθε αντικειμένου.
Μια άλλη σημαντική κατηγοριοποίηση που μπορούμε να διακρίνουμε στις ετικέτες RFID σχετίζεται με την κατασκευή και την εφαρμογή τους. Δεδομένου ότι τα συστήματα RFID έχουν εφαρμογή σε διάφορούς τομείς στην καθημερινή ζωή του σύγχρονου ανθρώπου, η κατασκευή των ετικετών RFID αλλάζει ανάλογα με τις εφαρμογές και τις ανάγκες που χρειάζεται κάθε φορά, να καλύψει. Ενδεικτικά χρησιμοποιούνται:

·Έξυπνες ετικέτες (Smart Labels). Πρόκειται για το ευρύτερα διαδεδομένο είδος ετικέτας. Οι έξυπνες ετικέτες είναι χάρτινες ή πλαστικές και εκτυπώνονται από ειδικούς εκτυπωτές, οι οποίοι αναλαμβάνουν την εκτύπωσή του γραμμωτού κώδικα, του ολοκληρωμένου κυκλώματος και της κεραίας με μεταξοτυπία, καθώς επίσης τον προγραμματισμό τους.
·Δίσκος (Disk). Πρόκειται για μια στρογγυλή θερμοπλαστικά ετικέτα η οποία είναι ανθεκτική στις διάφορες θερμοκρασίες (ενδεικτικά -40 έως 100ο C), αλλά σε διάφορες αντίξοες συνθήκες (π.χ. χτυπήματα σε παλέτες). Συνήθως, έχουν οπές στο κέντρο τους και στερεώνονται με βίδες πάνω στις παλέτες. Οι μικρότερες εκ αυτών ράβονται ως κουμπιά σε πουκάμισα και ρούχα.
·Γυάλινοι σωλήνες (gluss tubes). Πρόκειται για συσκευές πολύ μικρές σε μέγεθος (ενδεικτικά 30mm) οι οποίες τοποθετούνται σε ανθρώπους ή ζώα για εντοπισμό ή ταυτοποίηση. κ.ά.
Οι αναγνώστες RFID, όπως έχει ήδη αναφερθεί παραπάνω, αποτελούνται από μία κεραία, η οποία αναλαμβάνει την επικοινωνία, μέσω ραδιοσυχνοτήτων, με τις ετικέτες. Καθώς και μία μονάδα ελέγχου, που εκτελεί δύο συγκεκριμένα έργα. Πρωτίστως τον καθορισμό των διάφορων ενεργειών (αποστολή/ λήψη σημάτων, ανάγνωση/ εγγραφή ετικετών κ.ά.). Ενέργεια που πραγματοποιείται μέσω του ενδιάμεσου λογισμικού. Και δευτερευόντως την επικοινωνία με το πληροφοριακό σύστημα.

Οι αναγνώστες RFID μπορούν να κατηγοριοποιηθούν σε σχέση με τις φυσικές τους διαστάσεις, την εφαρμογή τους και τις τεχνικές ιδιότητες σε:

·Σταθερούς Αναγνώστες
·Ολοκληρωμένους Αναγνώστες
·Αναγνώστες Χειρός
·Ενσωματωμένους Αναγνώστες




Ενδεικτική Βιβλιογραφία

Auto-id Center. What is Automatic Identification?
Apurva Jain and Theodore Klastorin. RFID: Management’s latest headache or miracle cure?” E-business Review. E-business Review, (Fall 2004) σελ. 3 επ.

Brito Jerry. Relax don’ t do it: why RFID privacy concerns are exaggerated and legislation is premature.
Floerkemeier Christian and Lampe Matthias. RFID middleware design - addressing application requirements and RFID constraint.
IBM Global Services. RFID tags – an intelligent bar code replacement.

Landt J. (2001). Shrouds of Time, The history of RFID. Aimglobal Publication

Mousavidin Elham. RFID Technology: An Update. ISRC Technology Briefing Series

RFID Journal

RFID Gazette
Roberts C.M. (2006). Radio Frequency identification (RFID). Computers and security 25, p. 18-26

Shahid Syed Md. Use of technology in libraries: a new approach to circulation, tracking, inventory, and security of library materials. Library Philosophy and practice Vol.8, No.1.

Zebra Technology. RFID: the next generation of AIDC: application white paper.

Γιάγλης Γεώργιος (2006). Επισκόπηση τεχνολογίας ραδιοσυχνικής αναγνώρισης (RFID)

Πρόγραμμα Δικτυωθείτε. 13 απαντήσεις αποκωδικοποιούν τον όρο RFID

27 Μαΐου 2008

Librarian Essays Written for Various Professional Purposes

Μια σειρά από πολύ ενδιαφέρουσες δημοσιεύσεις και εργασίες που αναδεικνύουν τη σχέση βιβλιοθηκονομίας και τεχνολογίας των Η/Υ, διατίθενται στη σελίδα του καθηγητή, του University Libraries of Notre, Dame Eric Lease Morgan. Άξιες χρόνου και προσοχής οι αναρτήσεις στις κατηγορίες Musings, Experiments και Travel Logs. Ενδεικτικά αναφέρουμε κάποιους τίτλους: Next Generation" Library Catalogs in 15 Minutes XC and the Future of Library Search Open Library Developer's Meeting: One Web Page for Every Book Ever Published

26 Μαΐου 2008

Οι Πύλες των Bιβλιοθηκών

Η ραγδαία ανάπτυξη του διαδικτύου τα τελευταία χρόνια, έχει ως αποτέλεσμα την προσφορά απεριόριστων ευκαιριών ανεύρεσης και διάδοσης της πληροφορίας. Ωστόσο η ανάπτυξη αυτή έχει οδηγήσει πολλούς χρήστες σε απόγνωση με την υπέρ-(και πολλές φορές παρά-) πληροφόρηση. Με δεδομένα τα παραπάνω, η ανάγκη για έγκαιρη, εύκολη και προπάντων ποιοτική πληροφόρηση εμφανίζεται ολοένα πιο επιτακτική.

Αυτή η νέα πραγματικότητα εκφράζει την ανάγκη για δημιουργία αποτελεσματικών και φιλικών εργαλείων προς τους χρήστες. Σε αυτό το σημείο η συμβολή των βιβλιοθηκών και των βιβλιοθηκονόμων λειτουργεί καθοριστικά.

Σήμερα, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, οι βιβλιοθήκες δεν έχουν μόνο φυσική υπόσταση αλλά και υβριδική η οποία διαμορφώνεται μέσω του Παγκόσμιου Ιστού. Κατ’ επέκταση οι βιβλιοθηκονόμοι υποστηρίζουν την άποψη, ότι η υβριδική βιβλιοθήκη αποτελεί ένα καλωσόρισμα της πραγματικής βιβλιοθήκης. Αντίστοιχα λοιπόν, ο δικτυακός τόπος της βιβλιοθήκης θα πρέπει να λειτουργεί στο ίδιο επίπεδο με τη φυσική βιβλιοθήκη.

Για αυτό το λόγο, θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε, ότι ένας ελκυστικός και καλά σχεδιασμένος δικτυακός τόπος μπορεί να ενθαρρύνει τους χρήστες μιας βιβλιοθήκης να τον εξερευνήσουν, αλλά αυτό από μόνο του δεν είναι αρκετό. Οι χρήστες θα ξαναεπισκεπτούν τη βιβλιοθήκη αν αληθινά τους βοηθάει να εντοπίζουν τις πληροφορίες που χρειάζονται. Πληροφορίες που μπορεί να βρίσκονται στους καταλόγους, στις βάσεις δεδομένων, στις γενικές πληροφορίες, στις συνδέσεις με διάφορους πόρους κτλ. Έτσι, μια υβριδική βιβλιοθήκη χρειάζεται και μία υβριδική υπηρεσία εξυπηρέτησης που να μπορεί να κατευθύνει τους χρήστες στους απαραίτητες πηγές. Αυτή η υβριδική υπηρεσία ονομάζεται πύλη της βιβλιοθήκης.

Ο όρος πύλη της βιβλιοθήκης εμφανίστηκε στη βιβλιοθηκονομική κοινότητα, τον Ιανουάριο του 1998 στο North Carolina State University Libraries, με το όνομα MyLibrary portal. Πρόκειται για ένα πρωτότυπο ερευνητικό έργο μεταξύ των δικτυακών τόπων ακαδημαϊκών βιβλιοθηκών, που επιτρέπει σε μεμονωμένους χρήστες να προσαρμόσουν το δικτυακό τόπο σύμφωνα με τις ανάγκες τους.

Η αξία των πυλών των βιβλιοθηκών αναδεικνύεται ως ενδεδειγμένος και αποτελεσματικός τρόπος για την οργάνωση και τη χρησιμοποίηση της πληροφορίας, καθώς καθιστά τους χρήστες ικανούς να βρουν σε ένα ενιαίο σημείο πρόσβασης, οργανωμένες και ποικιλόμορφες υπηρεσίες (π.χ. βάσεις δεδομένων, ηλεκτρονικά περιοδικά κ.ά.).

Συγκεκριμένα, πρόκειται για ένα εργαλείο έρευνας που εξειδικεύεται στο υψηλής ποιότητας περιεχόμενο, το οποίο είναι γρήγορο και ισχυρό. Πολλοί είναι αυτοί που υποστηρίζουν ότι η πύλη της βιβλιοθήκης είναι το κέντρο του Παγκόσμιου Ιστού, μία σελίδα εκκίνησης, το μέρος που γυρνάς όταν χάνεσαι, το μέρος που κρατάς τις πληροφορίες σου, το μέρος που επικοινωνείς με τους άλλους. Επιτρέπει στους χρήστες να εξατομικεύουν τις πληροφορίες των πηγών με τη δυνατότητα επιλογής και παρακολούθησης μόνο όσων θεωρούν χρήσιμες. Ωστόσο, στο σημείο αυτό, όμως θα πρέπει να επισημανθεί ότι μόνο το 5% των χρηστών των πυλών των βιβλιοθηκών χρησιμοποιούν την υπηρεσία της εξατομίκευσης.

Τέλος, η πύλη της βιβλιοθήκης είναι αυτή που κάνει τους χρήστες περισσότερο ικανούς και ενεργούς. Οι πύλες των βιβλιοθηκών παρέχουν σε κάθε χρήστη πρόσβαση στο σύνολο των ηλεκτρονικών πληροφοριών και των υπηρεσιών με αμεσότητα και ακρίβεια, εξασφαλίζοντας την ποιότητα των εργασιών του εκάστοτε χρήστη. Οι χρήστες των βιβλιοθηκών επιθυμούν την ολοκλήρωση της αναζήτησης τους χωρίς να χρειάζεται να καταναλώνουν πολύ χρόνο, χρησιμοποιώντας υπερσυνδέσμους και αναζητήσεις στον Παγκόσμιο Ιστό. Οι πύλες των βιβλιοθηκών διαφοροποιούν τον τρόπο χρήσης του Παγκόσμιου Ιστού. Μετατρέπονται σε εργαλεία που χρησιμοποιούνται για να εξασφαλίσουν οι χρήστες πρόσβαση στις πληροφορίες και στις υπηρεσίες.

Μια πύλη βιβλιοθήκης μπορεί να παρέχει τρεις τύπους περιεχομένου.

1. Πληροφορίες σχετικά με τη βιβλιοθήκη. Κατάλογοι προσωπικού, χάρτες για την πρόσβαση, ωράριο, τελευταία νέα κ.ά.
2. Ηλεκτρονικές εκδόσεις παραδοσιακών βιβλιοθηκονομικών υπηρεσιών. Online εγχειρίδια, διαδανεισμός, ανανεώσεις βιβλίων, πληροφορίες σχετικά με τις καινούριες προσκτήσεις, επικοινωνία με το βιβλιοθηκονόμο κ.ά.
3. Πρόσβαση στο περιεχόμενο της βιβλιοθήκης. Κατάλογοι, περιοδικά πλήρους κειμένου, ψηφιακές ειδικές συλλογές, ηλεκτρονικά βιβλία, δικτυακοί πόροι, ηλεκτρονικές εγκυκλοπαίδειες και λεξικά, κ.ά.

Οι πύλες των βιβλιοθηκών εξελίσσονται ραγδαία. Υπάρχουν όμως μερικές από τις βασικές λειτουργίες τους, πέρα από τα γενικά χαρακτηριστικά που αναφέρθηκαν ανωτέρω, που κρίνεται χρήσιμο να εξεταστούν κατά το σχεδιασμό μιας πύλης βιβλιοθήκης. Συγκεκριμένα:

• Ευκολία στη χρήση (Easy of use). Πρόκειται για ένα από τα κυριότερα χαρακτηριστικά των πυλών των βιβλιοθηκών, το οποίο μπορεί να καθορίσει τη λειτουργία μιας πύλης βιβλιοθήκης και βρίσκεται σε άμεση συνάρτηση με τη μέριμνα, κατά τη διάρκεια του σχεδιασμού της. Η ευχρηστία τους εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την εξασφάλιση πολλαπλών διαδρομών, οι οποίες καθιστούν τους χρήστες ικανούς να εντοπίσουν τις πληροφορίες που χρειάζονται άμεσα και ουσιαστικά.

• Αναζήτηση και πλοήγηση (Search and navigation). Η ύπαρξη της δυνατότητας πλοήγησης, για την επίτευξη αποτελεσματικών αναζητήσεων χαρακτηρίζεται ως ο χάρτης μιας πύλης βιβλιοθήκης. Ο χαρακτηρισμός αυτός αναδεικνύει τη σπουδαιότητα της, σε ένα τόσο δαιδαλώδες και συνεχώς αναπτυσσόμενο περιβάλλον. Η τοποθέτηση της αναζήτησης και της πλοήγησης κρίνεται σκόπιμο, να γίνεται σε καταφανή θέση και διακριτό τρόπο .

• Σύνδεση Πόρων (Resource linking). Η σύνδεση των πόρων επιτρέπει σε μια βιβλιοθήκη να ενώσει το σύνολο των υπηρεσιών και των εργαλείων της (π.χ. ένα ευρετήριο ή μια περίληψη μπορεί να συνδεθεί με μία βάση δεδομένων ή ένα ηλεκτρονικό βιβλίο κ.ά.).

• Εξατομίκευση (Personalization). Κάθε μεμονωμένος χρήστης ή κάθε κοινότητα χρηστών μπορεί, να έχει ένα σύνολο χαρακτηριστικών (settings) για κάθε λειτουργία της πύλης, που χρησιμοποιεί. Μια πύλη βιβλιοθήκης παρέχει ένα πλαίσιο εργασίας (framework) στους χρήστες με τη δυνατότητα να αποθηκεύσουν το σύνολο χαρακτηριστικών που επιθυμούν και να προσαρμόσουν το περιεχόμενο της πύλης στις ανάγκες και στα ενδιαφέροντά τους. Μια πύλη μπορεί να προσωποποιηθεί – εξατομικευτεί επιτρέποντας τη δημιουργία προφίλ του κάθε χρήστη και να παρέχει το εκάστοτε εξατομικευμένο περιεχόμενο. Οι χρήστες από την πλευρά τους χρειάζεται να εγγραφούν με ένα όνομα χρήστη (user name) και ένα προσωπικό αριθμό προσδιορισμού (password), κατά την εισαγωγή τους στη πύλη. Επιπλέον, μια πύλη βιβλιοθήκης μπορεί να επιτρέψει στον κάθε χρήστη να δημιουργήσει εξατομικευμένες σελίδες, όπου θα μπορεί να επιλέξει να βλέπει ότι επιθυμεί όποτε βρίσκεται στην πύλη. Αυτή η προσωπική σελίδα εξασφαλίζει πρόσβαση σε δεδομένα, όπως οι πόροι του χρήστη, ο λογαριασμός του, οι ερωτήσεις που έχει διατυπώσει κατά καιρούς, τα αιτήματά του κ.ά.

• Αυθεντικοποίηση Χρηστών (User Authentication). Η αυθεντικοποίηση χρηστών καθορίζει εάν οι χρήστες έχουν νόμιμη πρόσβαση στη βάση δεδομένων της βιβλιοθήκης. Αυτή η αυθεντικοποίηση πραγματοποιείται συνήθως με την εξουσιοδότηση από τον κεντρικό υπολογιστή (π.χ. μια βιβλιοθήκη μπορεί να εξουσιοδοτήσει τον καθένα να έχει πρόσβαση στον κατάλογό της, στις πληροφορίες της κ.ά. ή να περιορίσει την πρόσβαση σε συνδρομητικές βάσεις δεδομένων μόνο στους εγγεγραμμένους χρήστες).

• Αλληλεπιδραστικές Υπηρεσίες (Interactive services). Σήμερα αν και οι περισσότερες πύλες βιβλιοθηκών μπορούν να υποστηρίξουν αλληλεπιδραστικές υπηρεσίες, μόνο μερικές ακαδημαϊκές βιβλιοθήκες τις έχουν ενσωματώσει. Πτυχές των υπηρεσιών αυτού του είδους αποτελούν το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, τα δωμάτια συνομιλίας (chat rooms) και τα φόρουμ. Η πύλη της βιβλιοθήκης πρέπει να διευκολύνει την online διανομή της γνώσης, παρέχοντας συνεργαζόμενα περιβάλλοντα βασισμένα σε αλληλεπιδραστικά εργαλεία. Επιπλέον, προκειμένου να βοηθηθούν οι χρήστες στην ουσιαστική αξιοποίηση αυτών των εργαλείων και των υπηρεσιών, η πύλη της βιβλιοθήκης θα πρέπει να τους εξασφαλίζει προγράμματα βασικής κατάρτισης.

Προτεινόμενη Βιβλιογραφία

Balas, J. L. (2001). Extending a welcome to the library and to the Internet. Computers in Libraries. 21 (2). pp. 43-45.

Morgan, K. and Reade, T. (2000). Pioneering portals: MyLibrary@NC State. Information Technology and Libraries. 19 (4). p. 191.

Zhou, J. (2003). Α history of web portals and their development in Libraries. Information Technology and Library. 22 (3). p. 120.

Atherton, L. (2004). About Medway: a community information website. Multimedia Information and Technology. 30 (1). pp. 149-151.

Jackson, M. E. (2002). The advent of portals. Library Journals. 127 (15). pp. 36-39.

Zemon, M. (2001). The librarian’s role in portal development. College and Research Libraries News. 62 (7). pp. 710-712.

Little, J. R. (2001). A librarian’s perspective on portal. Educause Quaterly. 2. pp. 52-54.

Strauss, H. (2002). Library portals: a minority report. School Library Journal Net Connect. Fall. pp. 34-46.

Morgan, E. L. (2003). Building your library’s portal.

Konnur, P. V. and Kacherki, U. (2006). Library portal: role of librarian.